Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ - Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ Jazz Point


REQUIEM FOR A DREAM.

[Ολόκληρη η παρουσίαση - performance που έγινε στο JAZZ POINT (Ακαδημίας 18, Σύνταγμα - Νίκος Μαργαρίτης) για την ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ ( Smili publications - Εκδόσεις Σμίλη) την Τρίτη 23 Μαίου 2017, στα πλαίσια του κύκλου Booknotes / Soundtracks της λογοτεχνίας.
Έπαιξαν οι μουσικοί: Yiorgos Kostopoulos - Γιώργος Κωστόπουλος (κοντραμπάσο) και Niko Ba - Νίκος Μπακόπουλος (σαξόφωνο). Στην ερμηνεία των ποιημάτων ήταν η ηθοποιός Serafita Grigoriadou. Την λογοτεχνική ανάλυση κάλυψε η συγγραφέας και θεωρητικός του κινηματογράφου Ειρήνη Σταματοπούλου.

Τον γενικό συντονισμό της βραδιάς είχε η συγγραφέας Maria Yiayiannou.

Video: Christos Mathioudakis]





Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ / SOUNDTRACKS ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


BOOKNOTES
SOUNDTRACKS ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Π Ρ Α Ξ Η  Ε Ξ Α Φ Α Ν Ι Σ Η Σ

Την Τρίτη 23 Μαίου στο JAZZ POINT (Ακαδημίας 18, Σύνταγμα, τηλ. 210 3235911) τα ποιήματα της ΠΡΑΞΗΣ συναντούν με σεβασμό τον Γιώργο Κωστόπουλο στο κοντραμπάσο και τον Νίκο Μπακόπουλο στο σαξόφωνο σε ένα μουσικό αυτοσχεδιαστικό διάλογο με την φωνή της ηθοποιού Serafita Grigoriadou. Η γενική επιμέλεια είναι της Maria Yiayiannou και η υποστήριξη της Book Press.
Το λογοτεχνικό μέρος θα καλύψει η συγγραφέας και θεωρητικός του κινηματογράφου Ειρήνη Σταματοπούλου.

Μια ιδιαίτερη βραδιά, τιμητική για μένα. Στο κέντρο της Αθήνας.
Στις 9 μ.μ.

[ΥΓ. Η πρόσκληση αναφέρει την εκδήλωση ως μια "μουσική πράξη επανεμφάνισης εποχών και ερώτων". Μπορεί. Κανείς δεν ξέρει ποτέ τίποτα. Η αλήθεια είναι πάντα απόρρητη.]

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΘΕΩΡΗΣΤΕ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ




Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;

Edgar Allan Poe ~ A Dream Within a Dream
Μτφ: Κώστας Ουράνης

Στα «Πρωτόκολλα ονείρων» (ελληνική έκδοση Αλεξάνδρεια 2009 – μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου) που περιλαμβάνονται στους τόμους των Απάντων του, ο Adorno προτάσσει το ακόλουθο κείμενο, εισάγοντας τον αναγνώστη στη διαδικασία της αποκρυπτογράφησής τους: «Τα πρωτόκολλα ονείρων, διαλεγμένα από ένα εκτενές απόθεμα, είναι αυθεντικά. Τα κατέγραφα κάθε φορά, αμέσως μετά το ξύπνημα, και για την δημοσίευσή τους διόρθωσα μόνο τις πιο αισθητές γλωσσικές ατέλειες.» Για να καταλήξει, μεταξύ άλλων, στο συμπέρασμα: «Ορισμένες εμπειρίες ονείρων μου δίνουν την αφορμή να υποθέσω ότι το άτομα βιώνει τον θάνατό του ως κοσμική καταστροφή.» Αυτή η προκλητική αποστροφή του μικρού προλόγου με τον οποίον ο Theodor Adorno συνόδευσε την έκδοση των ονείρων του, μου δίνει την αφορμή να μιλήσω εκτενέστερα για το βιβλίο «Ονειροπαγίδα» της πολύ σπουδαίας Αργεντίνας πεζογράφου Ana Maria Shua (γεν. Μπουένος Άιρες, 1951), από μια άλλη οπτική – αυτήν της κειμενικής αξιοποίησης μιας βιωματικής οντολογίας, όπως την ονόμασε ο Γιώργος Χειμωνάς, ενός «ονειρικού λόγου», ο οποίος φυσικά και εντάσσεται στα ευρύτερα πλαίσια της λογοτεχνίας του φανταστικού και στις πρώτες υπερρεαλιστικές συνθήκες του 1920, διατηρεί όμως, αφ’ εαυτού του μια μοναδική αυθυπαρξία και δυναμική, τόση που να μπορεί αυτή την στιγμή να επηρεάζει σημαντικά και σχεδόν αναπόφευκτα τον χώρο της διεθνούς πεζογραφίας. Η ίδια ονομάζει τα κείμενα αυτού του βιβλίου Μικροδιηγήματα (έχει γράψει άλλα 4 νομίζω αυτού του ιδιώματος της μικρής φόρμας και  περισσότερα από 35 βιβλία με πεζογραφήματα, μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων) – εγώ όμως θα προτιμούσα εδώ, τον όρο Μονογράμματα, minima moralia, που θα απέδιδε ίσως καλύτερα την ακατέργαστη, πρωτογενή ύλη των ονείρων και την μεταφορά τους σε λογοτεχνική δομή. 

Ας κάνω εδώ μια μικρή παράκαμψη, αξιοποιώντας την αποφθεγματική φράση του Nitsche από το «Θέληση για δύναμη»:  «Το τίμημα να είναι κανείς καλλιτέχνης είναι ότι αυτό που όλοι οι μη καλλιτέχνες ονομάζουν μορφή το αντιλαμβάνεται ο ίδιος ως περιεχόμενο Στην «Ονειροπαγίδα» της Shua, όπως και σε πολλά διηγήματα του Borges, του Casares, αλλά και του Cortazar – σε πιο εκτεταμένη εκδοχή, γίνεται μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το όνειρο και όσα συμβαίνουν μέσα σε αυτό, ως λογοτεχνική μορφή, γεγονός που συμβαίνει κατά κόρον και διαπερνά οριζοντίως και καθέτως όλον τον λεγόμενο «μαγικό ρεαλισμό». Η Ana Maria Shua σε αυτά τα 250 αριθμημένα αντίτυπα ονείρων του βιβλίου της La suenera – (επιλεγμένη μετάφραση στα ελληνικά, Ονειροπαγίδα – αλλά μπορεί και ονειροπόληση ή και υπνηλία – σε αντίστιξη με το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά, «Τα όνειρα της αυπνίας») δημιουργεί μορφικά προσανάμματα που εκτινάσσουν την φαντασία, με έναν εκθαμβωτικό τρόπο, δημιουργώντας ένα πανίσχυρο πεζογραφικό σύμπαν, από συγκολλήσεις, παρεκβάσεις και παράλογους συνειρμούς που απλώς επιβεβαιώνουν το αυτονόητο: Μόνο αναποδογυρίζοντας την ροή της πραγματικότητας, μπορείς να την καταστήσεις δελεαστικότερη. Το ποιητικό στοιχείο κυριαρχεί στις σύντομες, συνήθως κοφτές αφηγήσεις, παραχωρώντας το έδαφος σε παράλληλες σχεδιάσεις ιδεών και ανακατασκευές – που κάνουν, με αρκετή δόση χιούμορ, την λειτουργία του λόγου να διαφοροποιείται από τα καθορισμένα πλαίσια μιας νοητικής διεργασίας, αποσπώμενος περισσότερο και σχεδόν βιαίως, σε απώτατα σύμβολα υποσυνείδητης εγρήγορσης – κατά την φράση του Bergson: «δεν έχουμε ποτέ συνείδηση της δύναμης που αναπτύσσεται μέσα μας, έχουμε πάντα συνείδηση της κίνησης του οργάνου, που αυτή η δύναμη δραστηριοποιεί.» 

Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που δραστηριοποιείται – και μάλιστα περίτεχνα, στην περίπτωση της Shua, είναι η αξιοποίηση κάποιων αυτοβιογραφικών στοιχείων, μέσω της δύναμης της ονειροφαντασίας.  Είναι σαν να διαθέτουμε μινιατούρες ιδεών από τον χώρο της ακατέργαστης σκέψης και να τις διασκευάσουμε σε προχωρημένα και ανοιχτά σε όλα τα ενδεχόμενα απορροφήματα επικοινωνίας. Η Shua κοινωνεί το πρωτόλειο ερέθισμα ( η «Ονειροπαγίδα» είναι το πρώτο βιβλίο που έγραψε, άρα η κατάσταση γραφής του δεν είναι σε καμία των περιπτώσεων εμπλεκόμενη με τους θεωρητικούς κανόνες και τα συμπαρομαρτούντα της εμπειρίας της γραφής), με μια οξυδέρκεια που ξαφνιάζει για την αγνότητά της. Αυτή είναι και η δυναμική της πεζογραφίας της «Ονειροπαγίδας», αυτά τα θραύσματα ύπνου που μονολογούν με μια μεταλλική, μυστηριώδη φωνή, που είναι τόσο εθιστική, ώστε σου είναι αδύνατον να την προσπεράσεις.  Γράφει ο Ludwing Wittgenstein, προτρέποντάς μας στην παραδοξότητα και την ανατροπή του ισχύοντος: «Σκέψου τον αινιγματικό χαρακτήρα του ονείρου. Ένα τέτοιο αίνιγμα δεν έχει κατ’ ανάγκην λύση. Μας μπερδεύει, κεντρίζοντάς μας την περιέργεια. Είναι σαν να υπάρχει ένα αίνιγμα σε αυτό. Γιατί το όνειρο να είναι πιο μυστηριώδες από το τραπέζι; Γιατί να μην είναι και τα δύο εξίσου μυστηριώδη;» Προφανώς, εδώ έχουμε να κάνουμε με την σαφέστερη διατύπωση μιας επανεπινόησης, μιας επανεφεύρεσης των ίδιων των πραγμάτων, των νοημάτων, ακόμα και της κεντρικής σημασίας των λέξεων. 

Ο Walter Benjamin στον «Μονόδρομο», προειδοποιεί  πως δεν πρέπει κανείς το πρωί όταν σηκώνεται να διηγείται νηστικός τα όνειρά του, για να μην αφήσει την μέρα να επέμβει και να χαλάσει την αυθεντικότητα της εσωτερικής περισυλλογής, που είναι το όνειρο.  Έτσι αποφεύγει τη ρήξη, ανάμεσα στον κόσμο της μέρας και στον κόσμο της νύχτας ή άλλως, ανάμεσα στον κόσμο της ισχύουσας πραγματικότητας και στον αυτοδύναμο κόσμο του ονείρου.  Βάζει αυτό ως οδόσημο πραγματικής λειτουργίας – το φαγητό, όπου συμμετέχει η κανονικότητα, προδίδοντας τα λόγια και της εικόνες του ονείρου, το οποίο, μέσα στις επόμενες ώρες, έχει σχεδόν σβήσει ολοκληρωτική. Είναι γνωστή η φράση της Virginia Wolf: «Αληθινό είναι μόνο ό,τι ονειρευόμαστε.» Και η σπουδαία αργεντίνα πεζογράφος ονειρεύεται, ονειροπολεί, ονειροκυριαρχείται.  Σε ανοιχτή ακρόαση, με τεντωμένες τις κεραίες του μελλοντικού, του υπερκείμενου, των αιρέσεων της νύχτας. Αυτή η ονειροπόλησή της μας παρέχει την αναγνωστική πληρότητα, να θεωρήσουμε, διαβάζοντας ακόμα και αποσπασματικά – πράγμα το οποίο εγώ προτείνω - , ότι είμαστε κι εμείς μέρος της δικής της αφήγησης, είναι και τα δικά μας όνειρα που συμμετέχουν στο βιβλίο, είναι ένας τρόπος, ένας ακόμα τρόπος, να νικήσουμε ή να αντέξουμε, αυτό που καθημερινά εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια της, βομβαρδίζοντας το μυαλό μας με συμμετοχική βία. Η «Ονειροπαγίδα» της Shua είναι ένας θρίαμβος των κρυμμένων λέξεων από την αρχή, ένας απολαυστικός εκταφιασμός όλων όσων έχουμε, ελαφρά τη καρδία και με βολική ευκολία, θάψει στα μύχια του υποσυνείδητού μας, προκειμένου να εξασφαλίσουμε αυτό που νομίζουμε ότι συγκροτεί ζωή.     

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω  το μότο που προτάσσεται στο βιβλίο, από την μονογραφία του Max Brod για τον Kafka, γιατί είναι απολύτως ενδεικτικό για ό, τι ακολουθεί: «Ένα βράδυ που ο Κάφκα με επισκέφτηκε (τότε ζούσα ακόμα με τους γονείς μου), μπαίνοντας σπίτι, ξύπνησε τον πατέρα μου που κοιμόταν στον καναπέ. Αντί συγγνώμης, ύψωσε τα χέρια καθησυχαστικά και είπε με απέραντη απαλότητα, ενόσω διέσχιζε το δωμάτιο στις μύτες των ποδιών του: Παρακαλώ, θεωρήστε ότι είμαι ένα όνειρο.»

Σταύρος Σταυρόπουλος

ANA MARIA SHUA
ΟΝΕΙΡΟΠΑΓΙΔΑ
Απόπειρα 2015
Μτφ. Άννα Βερροιοπούλου
 


LINK ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ


 

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΞΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


 
Η Θεσσαλονίκη μοιάζει μ' ένα τεράστιο νήμα που κρέμεται απ' τον ουρανό - κάτι σαν ενοχλητικό καπέλο. Στις όχθες της υπάρχει ένας παλιός πόλεμος, χωρίς μέλλον. Τα μπαρ είναι όλα ανοιχτά. Εγώ, κλειστός. Στην Αριστοτέλους ένα τερατόμορφο ον, μάλλον θηλυκός δράκος με πρόσωπο δίνες, ανοιγοκλείνει το στόμα του. Καταπίνει όλους τους περαστικούς, τα μαγαζιά της πλατείας, τους κάδους της ανακύκλωσης, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις ειδήσεις της πόλης. Αφαιρεί τον ορίζοντα και τους δρόμους απ' την εικόνα. Έχει μείνει μόνο η θάλασσα κι εσύ. Το εσύ δεν υπάρχει. Διαγράφεται. Πριν πολλά χρόνια έγινες μέρος αυτού του αλμυρού τοπίου κι έτσι δεν μπορώ να διακρίνω που ακριβώς έχεις βυθιστεί. Σε ποιό ακριβώς ύψος βρωμιάς κείτεσαι. Δεν έχω μάτια. Τα ξέχασα κάποτε σ' ένα ξενοδοχείο, το ίδιο με τώρα, Hotel Ilios, παρατηρώντας την ομορφιά που χανόταν. Βάζω διστακτικά το δάχτυλό μου στο θαλασσινό νερό, δημιουργώντας έναν μικρό, στενό κύκλο. Μετά το δοκιμάζω αργά στο στόμα μου: Είναι πικρό και μου αφήνει μια αίσθηση ασύνορου μένους. Φτύνω το μίσος από την αχαριστία των ημερών σου. Φτύνω το νερό στο νερό και ξαναγυρίζει στο στόμα μου. Προσωρινά αποτρέπω έναν πνιγμό που, ούτως ή άλλως, έχει συμβεί. Είναι ο δικός σου, με χιλιάδες εκδοχές προσώπων. Μια ελεεινή κρούστα. Εκπνοή. Εισπνοή. Εκπνοή. Εισπνοή. Εκπνοή. Τίποτα. Τίποτα από σένα δεν φαίνεται.

Την αγάπη δεν την ισχυρίζεσαι. Δεν την επικαλείσαι. Απλώς, την αποδεικνύεις κάθε μέρα.

Σ.Σ.

Photo: Hotel Ilios. Εγνατία 27, Θεσσαλονίκη. Τα δύο δέντρα μπροστά στο ξενοδοχείο απομακρυσμένα, αλλά παράλληλα, φύτρωσαν στη θέση μας. Ανάμεσά τους ένας κάδος σκουπιδιών επιβλέπει το αποτέλεσμα.
 
 

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ΕΠΤΑ ΒΗΜΑΤΑ


[ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΣΤΟ ΦΙΛΙΟΝ]

Θα είμαι εγώ, θα είναι η σιωπή, εκεί που είμαι, δεν ξέρω, δεν θα μάθω ποτέ, μέσα στη σιωπή δεν ξέρεις, πρέπει να συνεχίζεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω.

SΑMUEL BECKETT
Ο Ακατανόμαστος, 1953


Από το Πιο νύχτα στην Πράξη: Ο δρόμος των 7 τελευταίων βιβλίων από την μήτρα του κόσμου έως το τίποτα.
Μια συζήτηση με τον Θέμη Ροδαμίτη και το κοινό για όλα όσα μεσολάβησαν στο μεταξύ.

[ΥΓ. Η ιστορία της γραφής των βιβλίων. Η πορεία. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Η τετραλογία με τα 7 παιδιά. Οι οφειλόμενες εξηγήσεις. Οι νύξεις του δρόμου. Οι αόρατες ρήτρες. Και η συνέχεια. Καμιά φορά, γυρνάς πίσω για να δεις τον θάνατο σε πολλαπλάσιες εκδοχές. Μαθαίνεις να τον χαιρετάς.

Δεν μένεις όμως, γιατί έχεις γίνει ήδη αθάνατος.]


Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΠΟΙΗΣΗ ΒΕΒΗΛΗ ΚΑΙ ΙΕΡΗ




Η γυναίκα, το σώμα, η θάλασσα, η μήτρα, το έμβρυο, ο  κόσμος και ο θάνατος

Mεταμορφώσεις και σημεία του ανδρικού φαντάσματος στην τετραλογία του Σταύρου Σταυρόπουλου με αφορμή το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (εκδ. Σμίλη, 2013)

Από την Πέπη Ρηγοπούλου

Η γυναίκα: Στον πληθυντικό που είναι ο επίμονος ενικός. Πανταχού απούσα στην παρουσία της και αντιστρόφως. Πεισματικά σιωπηλή συνομιλήτρια. Φωτογραφία, το βέβηλο εικόνισμα της νεωτερικότητας, ξόανο βέβηλης θεάς που ακούει τις κατηγόριες με ένα αδιόρατο, αρχαϊκό χαμόγελο. Ξέρει πως είναι οι προσευχές του άθεου στην θεά επιθυμία. Οι προσευχές τής αναθέτουν υψηλές αποστολές: Να ζωντανέψει τον έρωτα, να νικήσει τον ζόφο, να ξαναγεννήσει τον κόσμο: Όλες οι υψηλές αποστολές που ο άντρας προσκυνητής της αναθέτει έχουν να κάνουν με το πιο ασώματο που υπάρχει: το σώμα. Αλλά γυναίκα, μισητή, πολυπόθητη, τροφός της αγάπης, διαλύεται άσπλαχνα, έτσι μας λέει ο άντρας, στο πρώτο άγγιγμα που απαιτεί.  

Το σώμα: Απωθημένο συνώνυμο της γυναίκας. Αποτελείται από λαιμό, ώμους, μπράτσα, γοφούς, μηρούς, κνήμες. Το σώμα:  Κατ’ εξοχήν αποτελείται από τα στήθη, από όπου ρέει το πολυπόθητο γάλα που είναι ζωή ή θάνατος. Το σώμα: Εξαρτήματα που η μεγάλη κούκλα, γυναίκα –απάτη, Πανδώρα /Λούλου, πρόγονος  όλων των γυναικών, Πανδώρα/ Λούλου, καλόν  κακόν αντ’ αγαθοίο, όμορφο κακό στη θέση του καλού, κληρονόμησε από τον επίβουλο Ερμή, τσιράκι του Δία, προστάτη των κλεφτών, εργολάβου του κάτω κόσμου. Εξαρτήματα που ο γλύπτης εραστής, προσκυνητής και καταστροφέας συνθέτει με αγωνία για να τα δει να γκρεμίζονται σαν τα έργα εκείνα που ο Τίνγκελι έστηνε μπροστά στα μάτια των θεατών του στην ατομική βάση του Άλαμο για να τα κάνει να χορέψουν και μετά να σωριαστούν σε κομμάτια ή στεριανά ναυάγια. 

 Η θάλασσα: Το πιο μεταφυσικό από τα πραγματικά. Το πιο υλικό από τα όνειρα. Γαλήνια και τραυματισμένη. Επιθυμητή και τρομακτική. Τρομακτική διότι είναι επιθυμητή. Επίμονη, διαβρωτική. Κρύβοντας στο βυθό της το αβάσταχτο. Καλώντας μας για μια κατάδυση που δεν εγγυάται επιστροφή. Από στιγμή σε στιγμή, από στίχο σε στίχο, ποίημα σε ποίημα, έτοιμη να ξεχειλίσει ανεξέλεγκτα, να δώσει τον λόγο στους πνιγμένους, να μας δείξει τις ζωές μας φυλακισμένες ανάμεσα στις υποβρύχιες της σπηλιές. Η θάλασσα. Πηγή της ζωής, μήτρα του θανάτου. Γοργόνα/ Μέδουσα μεταμφιεσμένη σε Γοργόνα /Παναγιά ή το αντίστροφο. Μονίμως εγκυμονούσα το άδηλο, το επίβουλο ή το λυτρωτικό. 

Η μήτρα: Πρώτο και τελευταίο καταφύγιο. Άλτερ έγκο της θάλασσας, υγρός κόσμος που γαληνεύει είτε φουρτουνιάζει και λυσσομανά σαν μια θάλασσα απόρριψης. Αλτερ έγκο  της γης που μας γεννά και που μας περιμένει να επιστρέψουμε σε μεγάλα πιθάρια που μας φιλοξενούν σε στάση εμβρύων ή σε μικρές τεφροδόχες που μας δείχνουν τον φόβο σε μια χούφτα όχι σκόνη αλλά στάχτη. Σκότος νηδύος.  Σκοτάδι υγρό που είναι ο νομοθέτης της ζωής θεών και θνητών. Ιερός ναός που επικαλείται χωρίς να γνωρίζει αν θα εισακουστεί ο κάθε οργασμός. Από την μήτρα της γης και της θάλασσας, την μήτρα του οργασμού αναδύεται το έμβρυο.

Το έμβρυο:  Η προσφιλής μεταμόρφωση των ερώτων : εραστή είτε ερωμένης. Όταν στις διαχύσεις τους οι εραστές γίνονται μωρά, ζουν απλώς το προκαταρκτικό στάδιο. Προπονούνται για να γίνουν έμβρυα, ανθρώπινα είτε προ-ανθρώπινα. Το έμβρυο αναδεύει μέσα στην μήτρα, μέσα στην θάλασσα. Κουλουριάζεται, παίρνει την πρωταρχική στάση  που γνωρίζει από πάντα,  και  που την ξαναθυμούνται οι μύστες, αυτοί που ονομάζονται και διπλο- γεννημένοι και επίσης οι νεκροί στις προϊστορικές ταφές. Ο άντρας αναθέτει στην γυναίκα, στην θάλασσα, στην μήτρα, στο έμβρυο, το ανέφικτο που επιμένει να θεωρεί αυτονόητο: Να ξαναγεννήσει τον κόσμο. Θα  πείτε: Στην πραγματικότητα αναθέτει στην γυναίκα-θάλασσα-μήτρα να ξαναγεννήσει τον ίδιο ως έμβρυο. Να τον ξαναγεννήσει σωστά. Ως αθάνατο. 

Ποίηση βέβηλη και ιερή: ξόρκι για να μας ξεχάσει ο θάνατος.

Πέπη Ρηγοπούλου
Η εφημερίδα των Συντακτών, 17.5.2015

*Η Πέπη Ρηγοπούλου είναι καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και Αισθητικής, Επικοινωνίας και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΕΔΩ



Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ




Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,
θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν
«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,
μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου
στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες
χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.
Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα
της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν
θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν
μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.
Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα
με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,
πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,
τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.
Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι
σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:
«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»
Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι
κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,
ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα
της εκκλησιάς […]

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «Γιορτές» (απόσπασμα)
από τη συλλογή «Ασάλευτη Ζωή»
 
*Paint: Crucifixion, Anton Van Dyck (1622)